Διαβήτης και εγκυμοσύνη

Ως γνωστόν,  η κύηση ενός εμβρύου διαρκεί κατά μέσον όρο 40 εβδομάδες, αν και θεωρείται τεληόμηνο αν το έμβρυο γεννηθεί μετά τις 37 εβδομάδες. Σε αυτό το χρονικό διάστημα το έμβρυο θα πρέπει αναπτύξει όλα τα όργανα του σε τέτοιο βαθμό, ώστε όταν γεννηθεί, να μπορέσει όχι μόνο να επιβιώσει μετά την γέννηση, αλλά και να αναπτυχθεί σε υγιή ενήλικο.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι τον πρώτο και σημαντικότερο λόγο για να έχουμε υγιείς ενήλικες παίζει η εμβρυική ζωή. Αν κάτι ¨στραβώσει¨ στην εγκυμοσύνη, είναι πιθανό να επηρεάσει την υγεία ή ακόμη και την ζωή του εμβρύου. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Μαιευτήρας ζητάει από την έγκυο εξετάσεις προκειμένου να διασφαλισθεί το γεγονός ότι η υγεία της μητέρας είναι τέτοια που δεν θα επηρεάσει αρνητικά το έμβρυο αλλά και ότι το έμβρυο δεν διατρέχει κάποιο κίνδυνο για οποιοδήποτε άλλο λόγο.

Μια από τις παθήσεις που μπορούν να αναπτυχθούν κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης με σοβαρές συνέπειες τόσο στο έμβρυο όσο και στη μητέρα, είναι και ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) της κύησης. Σε αυτή την πάθηση ο οργανισμός δεν μπορεί να παράγει αρκετή ινσουλίνη στο πάγκρεας. Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη η οποία ρυθμίζει την ποσότητα του σακχάρου που κυκλοφορεί στο αίμα, ενώ την περίσσεια την αποθηκεύει στα κύτταρα. Υπάρχουν 3 είδη  ΣΔ. Είναι ο ΣΔ τύπου 1, ο ΣΔ τύπου 2 και ο ΣΔ της κύησης. Ο ΣΔ τύπου 1 και τύπου 2 προϋπάρχουν στην γυναίκα, ενώ ο ΣΔ της κύησης εμφανίζεται κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Θεωρείται η συχνότερη επιπλοκή της κύησης που φθάνει το 4% κε 8%.

Πιο συγκεκριμένα, διαβήτης της κύησης ορίζεται η διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη και διαπιστώνεται  ή εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι επειδή ο πλακούντας, μεταξύ άλλων, παράγει και ορμόνες που βοηθούν το έμβρυο να μεγαλώσει. Οι ορμόνες αυτές με την σειρά τους δυσκολεύουν την δράση της ινσουλίνης. Το πάγκρεας της εγκύου για να λύσει το παραπάνω πρόβλημα πρέπει να παράγει μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης, αλλά δεν μπορεί, με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα. Η αντίσταση στην ινσουλίνη συμβαίνει συνήθως στο τέλος του 2ου και στο 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Αυξημένο κίνδυνο  ανάπτυξης ΣΔ στην κύηση έχουν οι γυναίκες που :

Είναι άνω των 25 ετών.

Οι παχύσαρκες. Αν ο δείκτης μάζας σώματος είναι πάνω από 30 τετραπλασιάζουν την πιθανότητα ενώ αν είναι πάνω από 40 εννεαπλασιάζουν την πιθανότητα για εμφάνιση του διαβήτη της κύησης.

Γυναίκες που ανέπτυξαν ΣΔ σε  προηγούμενη κύηση  ή που γέννησαν μωρό με βάρος μεγαλύτερο από 4 Kg.
Γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό ΣΔ.
Γυναίκες με ιστορικό αποβολών ή ανεξήγητων ενδομήτριων θανάτων.
Γυναίκες με ιστορικό Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών.

Οι γυναίκες που ανήκουν σε μια ή περισσότερες από τις παραπάνω κατηγορίες θα πρέπει να ελέγχονται από την πρώτη επίσκεψη στον γυναικολόγο τους για ΣΔ. Αν ο έλεγχος είναι φυσιολογικός δηλαδή η γλυκόζη δεν ξεπερνά τα 92 mg/dl, τότε πρέπει να κάνει το τεστ ανοχής της γλυκόζης στις 24 με 28  εβδομάδες κύησης. Αν στην πρώτη επίσκεψη η γλυκόζη είναι περισσότερο από 92 mg/dl και μέχρι 126 mg/dl τότε θεωρείται ότι έχει ΣΔ της κύησης και θα πρέπει να απευθυνθεί από τον γυναικολόγο της σε κάποιο διαβητολόγο. Το ίδιο βεβαίως πρέπει να συμβεί και όταν η τιμή της γλυκόζης στο αίμα ξεπερνά τα 126 mg/dl, όπου θεωρείται ότι πάσχει από ΣΔ τύπου 2.

Όσο αφορά τις  επιπλοκές μπορεί να αφορούν την μητέρα το έμβρυο ή και τους δύο.

Επιπλοκές της μητέρας είναι:

  • Υπέρταση της κύησης – Προεκλαμψία
  • Σοβαρός τραυματισμός της μητέρας κατά τον τοκετό
  • Επείγουσα καισαρική τομή

Επιπλοκές του εμβρύου – νεογνού, είναι:

  • Μακροσομία δηλαδή μεγάλο έμβρυο (περισσότερο από 4 κιλά σε βάρος). Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυστοκία ώμου κατά την οποία γεννιέται το κεφάλι αλλά δεν μπορούν να γεννηθούν οι ώμοι. Κάποιες φορές η δυστοκία ώμου έχει τραγικές συνέπειες για το έμβρυο και συνήθως σοβαρό τραυματισμό της μητέρας κατά τον τοκετό.
  • Αιφνίδιος ενδομήτριος θάνατος
  • Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας του νεογνού όπου το νεογνό δεν μπορεί να αναπνεύσει και χρειάζεται να εισαχθεί στην εντατική μονάδα νεογνών.
  • Μεταβολικές επιπλοκές του νεογνού όπως είναι η υπογλυκαιμία, υπασβαιστιαιμία κ.α. που εμφανίζονται μετά τον τοκετό.
  • Μελλοντικά ανάπτυξη παχυσαρκίας, αντοχή στην ινσουλίνη, ΣΔ τύπου 2.

Παρακολούθηση της εγκύου με ΣΔ κύησης: 

Επειδή αυτές θεωρούνται εγκυμοσύνες υψηλού κινδύνου θα πρέπει να ελέγχονται:
Η γλυκόζη ούρων και αίματος της εγκύου.
Η αρτηριακή της πίεση.
Η αύξηση του σωματικού της βάρους.
Η ανάπτυξη του εμβρύου, το αμνιακό υγρό και ο πλακούντας,  υπερηχογραφικά.
Πέρα των παραπάνω θα πρέπει η γυναίκα να κάνει το τεστ ανοχής στη γλυκόζη το οποίο συνίσταται στην πρόσληψη 75 γλυκόζης και στη συνέχεια πρέπει να γίνουν μετρήσεις γλυκόζης στο αίμα, μια και μετά δυο ώρες μετά την πρόσληψη της γλυκόζης.

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Πρέπει στην αρχή να ξεκινήσουμε με δίαιτα την έγκυο με στόχο την διασφάλιση των θρεπτικών συστατικών του εμβρύου χωρίς να προκαλέσουμε υπερβολική ελάττωση ή  αύξηση του βάρους. Η διατροφή της πρέπει να αποτελείται 40% από υδατάνθρακες, 40% από λίπη και 20% από πρωτεΐνες Μαζί με την δίαιτα πρέπει να προτείνουμε άσκηση η οποία βοηθάει όχι μόνο στην καλή λειτουργία του κυκλοφορικού συστήματος αλλά  κρατάει υπό έλεγχο τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Στόχος μας είναι να διατηρείται το σάκχαρο νηστείας σε επίπεδα κάτω του 92mg/dl και μια ώρα μετά το φαγητό μικρότερο από 130mg/dl. Εάν αποτύχουμε  την μείωση της γλυκόζης στο αίμα με δίαιτα και άσκηση ή εάν το έμβρυο συνεχίζει να αυξάνεται με γρήγορο ρυθμό, τότε πρέπει να ξεκινήσουμε θεραπεία με ταχείας δράσης ινσουλίνη.

Συνήθως μετά την λοχεία, γίνεται επανάληψη της καμπύλης γλυκόζης, η οποία δείχνει ότι τα επίπεδα σακχάρου του αίματος έχουν επιστρέψει στα φυσιολογικά επίπεδα. Είναι πιθανό οι γυναίκες αυτές να αναπτύξουν ΣΔ τύπου 2, μετά την πάροδο πέντε με δέκα ετών μετά την εγκυμοσύνη. Θα πρέπει λοιπόν να ελέγχονται κάθε δύο χρόνια για την εμφάνιση ΣΔ.  Σε γυναίκες όμως που ήταν παχύσαρκες πριν την εγκυμοσύνη είναι πιθανόν τα επίπεδα γλυκόζης να παραμείνουν παθολογικά και να χρειαστεί να συνεχίσουν την θεραπεία.

Γέννηση

Μια μητέρα με ΣΔ της κύησης μπορεί να γεννήσει κολπικά με πρόκληση τοκετού στις 38 εβδομάδες Κύησης. Αν το έμβρυο είναι μακροσωμικό και υπάρχει φόβος για επιπλοκές κατά τον τοκετό όπως είναι η δυστοκία ώμων, τότε μπορούμε να το γεννήσουμε με καισαρική τομή.

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι ο ΣΔ της κύησης είναι  σημαντικότερη επιπλοκή της εγκυμοσύνης. Στις ημέρες μας τα ποσοστά έχουν αυξηθεί. Πρέπει να γίνει προσπάθεια μείωσης των παθολογικών τιμών της γλυκόζης γιατί αυτό θα έχει ευεργετικά αποτελέσματα και στην μητέρα και στο έμβρυο. Στην εγκυμοσύνη μπορούμε να βρούμε ποιες γυναίκες νοσούν από ΣΔ και να τις θεραπεύσουμε και εν τέλει να προλάβουμε μια σοβαρή και χρόνια νόσο.

Υπενθυμίζουμε τέλος  ότι το παραπάνω άρθρο έχει σαν σκοπό να προβληματίσει και να  ενημερώσει το κοινό για τον ΣΔ της κύησης, ενώ  προτρέπει την έγκυο  να έρθει σε επαφή με τον ιατρό της προκειμένου να αντιμετωπίσει την συγκεκριμένη νόσο.

Tags:   , , , ,